Άρθρογραφία

Η «τρέλα» της βαθμολογικής Αριστείας

¨Όσο περνά ο καιρός γινόμαστε μάρτυρες ενός ανομολόγητου ανταγωνισμού που θεριεύει με θύματα τα «παιδιά». Μιας αγχωτικής κατάστασης των γονέων στο κέντρο της οποίας τα «παιδιά» μαζεύουν τους πικρούς καρπούς της.

Μιλάμε για την εκπαίδευση και για το πως το κυνήγι της βαθμολογίας έχει γίνει ο μοναδικός στόχος της. Μιλάμε για την όλο και μεγαλύτερη επιδίωξη της, η οποία αν κάποτε ήταν το ζητούμενο στις τελευταίες τάξεις του λυκείου τώρα, έχει καταλάβει όλο το γυμνάσιο και γλιστρά λίγο, λίγο και στο δημοτικό.

Έτσι αν κάποτε τα «παιδιά» ξεκίναγαν το φροντιστήριο στις τελευταίες τάξεις του λυκείου τώρα ξεκινάνε από τις πρώτες τάξεις του γυμνασίου! Και δεν τα ξεκινάνε μόνο αυτά που παρουσιάζουν ελλείψεις, αλλά και αυτά που έχουν καλές επιδώσεις με στόχο να διατηρήσουν την πρωτιά τους και την αριστεία τους.

Βέβαια η «αριστεία» σαν κοινωνική αξία παρακινεί τους νέους να γίνουν πάντα καλύτεροι από τους άλλους. Δηλαδή εισάγει τον ανταγωνισμό σαν βασικό κριτήριο σύγκρισης στις ανθρώπινες σχέσεις. Οδηγεί στο καλό, υποτίθεται διαχωρισμό μέσα από την αναζήτηση της ανωτερότητας και ισχύος, οργώνοντας το άγχος της παρουσίας του ανθρώπου και προσδίδοντας ένα νόημα για την ανάπτυξή του, το οποίο εξαρτάται από την αναζήτηση της πρωτιάς περισσότερο από την κατανόηση της παρουσίας του. Από την προσπάθεια να φανεί ικανότερος, να ξεχωρίσει και να κάνει πράγματα που θα τραβήξουν τον θαυμασμό αλλά και τον φόβο των άλλων με στόχο – όπως λένε αυτοί που υποστηρίζουν αυτή την μορφή της αριστείας – ν α ωφελήσει τον εαυτό του και τους άλλους.

Βέβαια όταν στην αρχαία Ελλάδα μιλούσαν και επεδίωκαν την αριστεία, αυτή δεν αποκτιόταν με ένα βαθμό, αλλά με την «ανδρεία» του πολίτη. Δηλαδή με την ικανότητα η οποία δεν περιοριζόταν στην απόδοση των μαθημάτων σαν μαθητής, αλλά στην εν γένει συμπεριφορά και βίωμα του. Δηλαδή στην ικανότητα των διανοητικών αλλά και ψυχικών καθώς και σωματικών χαρακτηριστικών του.

 Πάνω σε αυτή την κοινωνική αξία η εκπαίδευση υποτάσσεται σε ένα τρελό κυνηγητό της αριστείας μέσω του μόνου αποδειχτικού στοιχείου που έχουμε σήμερα και είναι η βαθμολογία. Στην αναζήτηση της τα φροντιστηριακά μαθήματα απλώνονται σαν την πανούκλα όπου κανείς δεν μπορεί να μείνει απρόσβλητος. Γονείς ακόμα και όταν δεν έχουν την οικονομική άνεση, ακόμα και αν τα παιδιά τους δείχνουν ότι τα καταφέρνουν μια χαρά, καλούν καθηγητές στο σπίτι, για όλα τα σημαντικά μαθήματα,  με οδηγό το φόβο μήπως το «παιδί» τους μείνει πίσω από τα άλλα. Έτσι η πανούκλα γίνεται μόδα και η απόδοση των «παιδιών» το εφαλτήριο ευτυχίας των γονέων.

Απ’ άκρου εις άκρον η χώρα ζει στον αστερισμό της αριστείας η οποία δεν έχει να κάνει τόσο με την γνώση, όσο με την βαθμολογία της δήθεν γνώσης. Η βαθμολογία έχει να κάνει με την όσο πιο επιτυχημένη αποδοχή ενός συστήματος αξιολόγησης το οποίο ποντάρει περισσότερο στην ικανότητα αποστήθισης παρά στην κατανόηση ενός κειμένου. Η οποία ποντάρει στην επανάληψη των έτοιμων συνταγών επιτυχίας παρά στην δημιουργική ανασύνθεση της γνώσης και την προβολή της προσωπικής προσέγγισης του κάθε «παιδιού». Μια γνώσης σαν έτοιμο κατασκεύασμα η οποία δεν αφομοιώνεται μέσα από την εμπειρία, αλλά αντίθετα δεν έχει να κάνει τίποτα με αυτή.

Στην ουσία δεν είναι η γνώση το ζητούμενο, αλλά η βαθμολογία. Εδώ βέβαια υπάρχει ένα οξύμωρο σχήμα το οποίο καταλαμβάνει την ελληνική επικράτεια. Δηλαδή σε μια χώρα στην οποία οι ενήλικες δεν δέχονται τον όρο αξιολόγηση όσον αφορά την επαγγελματική τους ικανότητα και τον « έλεγχο» των γνώσεων τους στο αντικείμενο της εργασίας τους, εντούτοις υποβάλουν τα παιδιά τους σε καθημερινή και επισταμένη αναζήτηση της αριστείας με βασικό γνώμονα την αξιολόγηση.

Βασικά αυτή η επιδίωξη δεν αποτελεί μόνο στόχο των γονέων αλλά ολόκληρη η εθνική πολιτική της εκπαίδευσης έχει σαν βάση το κυνήγι της βαθμολογίας και μέσα από αυτό αξιολογεί και επιλέγει τους λειτουργούς της. Η βαθμολογία  για τα «παιδιά» φαίνεται ότι ανοίγει τις πύλες του κοινωνικού εργατικού κολαστηρίου. ‘Έτσι ένας αριστούχος αναγκάζεται να αποδεχτεί συνθήκες εργασίας όπου η αριστεία του χρησιμοποιείται μόνο για την επιλογή του, όχι όμως για την αμοιβή του.

Συγχρόνως και οι ενήλικες έχουν πληγεί από αυτή την πολιτική. Η μόδα της μοριοδότησης από την βαθμολογία των αποκτηθέντων γνώσεων, όπως διπλώματα, μεταπτυχιακά και ντοκτορά  έρχονται να αντικαταστήσουν την εμπειρία, π.χ. των στελεχών του δημοσίου, καταργώντας την αξιολόγηση των αποκτηθέντων ικανοτήτων από την χρόνια ενασχόληση με το αντικείμενο, και αντικαθιστώντας το με την βαθμολογική αριστεία νέων στελεχών που δεν έχουν καμιά εμπειρία από το αντικείμενο της εργασίας τους.

Η βαθμολογία λοιπόν αγνοώντας την γνώση η οποία απορρέει από την τριβή με το αντικείμενο εργασίας, έρχεται να καθορίσει ένα μέλλον το οποίο στηρίζεται σε ένα βαθμό και σε τίποτα περισσότερο. Αν αναλογιστούμε ότι αυτός ο βαθμός είναι το επίτευγμα μιας συστηματοποιημένης ικανότητας αποστήθισης, τότε έχουμε να κάνουμε με την διαμόρφωση μιας νοοτροπίας η οποία δεν αξιολογεί τον άνθρωπο σύμφωνα με την ικανότητα που απορρέει από το βίωμα, από την προσωπικότητα του σαν παράγοντας δημιουργίας και κατασκευής του μέλλοντος, δηλαδή από το σύνολο των ψυχικών, διανοητικών και οργανικών ικανοτήτων του, από την «ανδρεία» του όπως έλεγαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, αλλά από την βαθμολόγηση του. Η βαθμολόγηση η οποία δεν επιδεικνύει παρά την ικανότητα αποστήθισης, δηλαδή ικανότητα διανοητικής μίμησης του εκάστοτε γνωστικού περιεχομένου πιστοποιούμενο από την βαθμολογική αρίστευσή της.

Βρισκόμαστε λοιπόν σε μια «τρέλα» της αριστείας, δηλαδή σε μια δίχως όριο αναζήτηση της βαθμολόγησης της ύπαρξης του «παιδιών». Σε μια  κρίση άγχους που διαπερνά ενήλικους και ανήλικους μέσα στην ελληνική οικογένεια αγνοώντας την επιθυμία τους, τις ανάγκες τους, την ίδια την σχέση τους και ποδηγετώντας όλα τα παραπάνω στην ευτυχία η οποία απορρέει από ένα βαθμό. Ένα βαθμό που δεν αντιπροσωπεύει την πραγματικότητα παρά μόνο ένα μέρος της και αυτό παραβιασμένο.

Αν αυτό δεν λέγεται «τρέλα» πως θα το ονομάζαμε;;

Κερεντζής Λάμπρος

Συνέχεια
Close